
Διαζύγιο και Περιουσία στην Κύπρο: Πότε δικαιούμαι μέρος της περιουσίας του/της συζύγου μου;

Διαζύγιο και Περιουσία στην Κύπρο: Πότε δικαιούμαι μέρος της περιουσίας του/της συζύγου μου;
20 May 2026 at 09:00:00
Ο χωρισμός ή το διαζύγιο συνοδεύεται συχνά από ένα σηματνικό ερώτημα: δικαιούται ο ένας σύζυγος μέρος της περιουσίας του άλλου;
Πολλοί θεωρούν λανθασμένα ότι με τη λύση του γάμου η περιουσία μοιράζεται αυτόματα «μισή - μισή». Στην Κυπριακή έννομη τάξη, όμως, δεν ισχύει ένα τέτοιο σύστημα. Ο γάμος από μόνος του δεν δημιουργεί δικαίωμα συγκυριότητας επί της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Το ζήτημα ρυθμίζεται από τον Περί Ρύθμισης των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος (Ν. 232/91) ως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (εφεξής καλούμενος, για σκοπούς του παρόντος άρθου, ως ο «Νόμος»), ο οποίος παρέχει δικαίωμα στον ένα σύζυγο να διεκδικήσει μέρος της αύξησης της περιουσίας του άλλου, εφόσον αποδείξει ότι συνέβαλε στην αύξηση αυτή.
Ποιό Δικαστήριο είναι αρμόδιο;
Το Οικογενειακό Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχει δικαιοδοσία εκδίκασης υποθέσεων που άπτονται θεμάτων περιουσιακών διαφορών μεταξύ εν διαστάσει ή διαζευγμένων συζύγων, νοουμένου ότι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αφορά η διαδικασία, βρίσκονται εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τι προβλέπει το άρθρο 14 του Νόμου;
Το άρθρο 14 του Νόμου ρυθμίζει το θέμα της αξίωσης στην περιουσία.
Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι:
«Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να αιτηθεί στο Δικαστήριο Οικογενειακών Διαφορών της Κυπριακής Δημοκρατίας και να απαιτήσει την απόδοση σε αυτόν, του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή....
Ο Νόμος δημιουργεί επίσης ένα σημαντικό τεκμήριο
...Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.»
Με απλά λόγια, όταν αποδειχθούν οι προϋποθέσεις του Νόμου, το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι ο σύζυγος που συνέβαλε δικαιούται το ένα τρίτο της καθαρής αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου, εκτός αν τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν διαφορετικό ποσοστό.
Πώς μπορώ να διεκδικήσω περιουσιακή αξίωση;
Για να επιτύχει μια τέτοια αξίωση, θα πρέπει συνήθως να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
1. να έχει λυθεί ή ακυρωθεί ο γάμος, ή οι σύζυγοι να βρίσκονται σε διάσταση
Η αξίωση γεννάται όταν οι σύζυγοι έχουν χωρίσει ή βρίσκονται σε πραγματική διάσταση. Δεν είναι πάντοτε αναγκαία η έκδοση διαζυγίου πριν από την καταχώριση της σχετικής αίτησης.
2. να έχει αυξηθεί η περιουσία του άλλου συζύγου
Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η περιουσία του ενός συζύγου αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου.
3. να υπάρχει συνεισφορά του αιτητή συζύγου
Η αύξηση της περιουσίας πρέπει να συνδέεται με τη συνεισφορά του συζύγου που υποβάλλει την αίτηση.
Δηλαδή, για να μπορούν περιουσιακά στοιχεία ενός ζεύγους να αποτελέσουν αντικείμενο σε μία διαφορά, αυτό το οποίο λαμβάνεται υπόψη είναι η αύξηση στα περιουσιακά στοιχεία του συζύγου εναντίον του οποίου καταχωρείται η αίτηση ενόψει της συνεισφοράς του άλλου συζύγου.
Η αύξηση της περιουσίας του συζύγου θα πρέπει να πραγματοποιήθηκε και/ή να περιήλθε κατά τη διάρκεια του γάμου (η με προοπτική τον γάμο).
Οποιαδήποτε αύξηση περιουσιακών στοιχείων έλαβε χώρα μετά την διάσταση (δηλαδή όχι απαραίτητα κατά την έκδοση του διαζυγίου εάν επήλθε διάσταση νωρίτερα), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας περιουσιακών διαφορών.
Ερμηνείες
Πριν προχωρήσουμε στην βαθύτερη ουσία του άρθρου 14, αρχικά θα πρέπει κάποιος να γνωρίζει και να κατανοεί τις έννοιες που προσδίδονται στους όρους «περιουσία», «αύξηση» και «συνεισφορά».
Τι σημαίνει «Περιουσία»;
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «περιουσία» σημαίνει η «κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από τον γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.»
Συνεπώς, περιουσία περιλαμβάνει τα αυτοκίνητα, μετοχές, μετρητά τα οποία αποτελούν την κινητή περιουσία όπως μετοχές, επεδύσεις, αυτοκίνητα, τραπεζικές καταθέσεις κ.λ.π και οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία, όπως σπίτια, οικόπεδα, χωράφια κ.λπ. τα οποία αποκτήθηκαν πριν από το γάμο, με τη προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά το γάμο από οποιοδήποτε από τους δύο συζύγους.
Τι σημαίνει «Συνεισφορά»
Το άρθρο 2 του Νόμου παρέχει επίσης ερμηνεία όσον αφορά τη λέξη «συνεισφορά» η οποία, για του σκοπούς του Νόμου, σημαίνει η «οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας».
Με αυτή την ερμηνεία του όρου «συνεισφοράς», ο νομοθέτης συμπεριλαμβάνει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση μορφή συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας. Με αυτό τον τρόπο, καλύπτεται κάθε είδους συνεισφορά, χωρίς απαραίτητα η συνεισφορά αυτή να πρέπει να είναι αποκλειστικά οικονομική.
Έμμεση συνεισφορά και/ή συνεισφορά είδους και όχι οικονομική μπορεί να θεωρηθεί η συνεισφορά ενός από τους δύο συζύγους η οποία ή ο οποίος δεν εργάζετο και/ή δεν έφερνε λεφτά στη συζυγική εστία αλλά ήταν υπεύθυνη ή υπεύθυνος για την φροντίδα των τέκνων, της οικογένειας κ.λπ. Εν γένει η συνεισφορά δύναται να περιλαμβάνει οποιαδήποτε συνεισφορά του συζύγου και σε καμία περίπτωση αυτή περιορίζεται αυστηρά σε οικονομικής μορφής συνεισφορά.
Κατά συνέπεια, ένας σύζυγος που αφιέρωσε τον χρόνο του στην ανατροφή των παιδιών και στη διαχείριση του νοικοκυριού δεν σερείτε δικαιωμάτων μόνο και μόνο επειδή δεν εργαζόταν ή δεν συνείσφερε οικονομικά.
Η νομολογία έχει επανειημμένα αναγνωρίζει ότι η φροντίφα της οικογένειας μπορεί να αποτελεί ουσιαστική συνεισφορά σην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Τι σημαίνει «Αύξηση» της περιουσίας;
Αν και στο άρθρο 2 του Νόμου, δεν παρέχεται οποιαδήποτε ερμηνεία για τον όρο «αύξηση», σύμφωνα με τη σωρεία νομολογία σε υποθέσεις περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο, για την εξεύρεση αύξησης στην περιουσία συζύγου, πρέπει να συνυπολογιστεί όλη η περιουσία του, κινητή και ακίνητη, και να συγκριθεί ανάμεσα σε αρχική και τελική περιουσία του συζύγου και η σύγκριση τους που αποτιμάται σε χρηματική αξία.
Δηλαδή, για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει αύξηση της περιουσίας, το Δικαστήριο προβαίνει σε σύγκριση:
της περιουσίας του συζύγου κατά την έναρξη της κρίσιμης περιόδου,
με την περιουσία του κατά τη διάσταση των συζύγων.
Η διαφορά μεταξύ των δύο ποτελεί την καθαρή αύξηση της περιουσίας.
Σημαντικό να σημειωθεί ότι όταν αναφερόμαστε στον όρο «αύξηση», είναι σημαντικό να συνυπολογιστούν κατά τον υπολογισμό της, όχι μόνο τα περιουσιακά στοιχεία αλλά και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτά όπως, στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματικά δάνεια, τραπεζικές υποχρεώσεις και/ή άλλες οικονομικές επιβαύνσεις. Σημασία έχει η καθαρή αξία της περιουσάς και όχι απλώς ονομαστική αξία των περιουσιακών στοιχείων.
Γιατί είναι σημαντική η ημερομηνία διάστασης;
Η ημερομηνία διάστασης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο σε κάθε υπόθεση περιουσιακών διαφορών.
Το Δικαστήριο επικεντρώνεται συήθως στην περιουσία που αποκτήθηκε ή αυξήθηκε μέχρι τη διάσαση των συζύγων.
Επιπλέον, αλλά εξίσου σημαντικό, όταν αναφερόμαστε στον όρο «αύξηση» αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο επικεντρώνεται μόνο στην αρχική αξία της περιουσίας και στην τελική αξία, αυτής κατά τη διάσταση. Οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις είναι αδιάφορες προς το Δικαστήριο.
Αύξηση περιουσιακών στοιχείων ενόψει της συνεισφοράς του άλλου συζύγου
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, σημασία έχει η αύξηση περιουσιακών στοιχείων του πρπσφέροντα συζύγου, εναντίον του οποίου καταχωρείται η σχετική αίτηση περιουσιακών διαφορών, με τη συμβολή του άλλου συζύγου.
Εδώ υπάρχουν δύο σκέλη τα οποία προϋποθέτουναπόδειξη. Το πρώτο σκέλος που πρέπει να αποδειχθεί είναι αυτό της «αύξησης» και το δεύτερο αυτό της «συνεισφοράς».
Πρέπει να διασαφηνιστεί εδώ ότι εκείνο το οποίο ο ένας σύζυγος διεκδικεί εναντίον του άλλου δεν είναι η κοινή περιουσία αλλά η περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του άλλου συζύγου που έχει αποκτηθεί από την ημερομηνία του γάμου μέχρι και την ημερομηνία της διάστασης, νοουμένου ότι υπήρξε αύξηση στην αξία της και νοουμένου ότι ο σύζυγος που τη διεκδικεί έχει συνεισφέρει στην αύξηση αυτή.
Συνεπώς αυτό το οποίο διεκδικεί ο ένας σύζυγος εναντίον του άλλου είναι χρηματική συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου και όχι το περιουσιακό αντικείμενο ως τέτοιο.
Παράδειγμα
Για παράδειγμα, εάν ο σύζυγος εναντίον του οποίου καταχωρήθηκε αίτηση περιουσιακών διαφορών, ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και/ή είχε στο όνομά του εγγεγραμμένο ακίνητο, πριν τον γάμο (και πριν την προοπτική του γάμου), τότε το εν λόγω ακίνητο δε δύναται να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας περιουσιακών διαφορών και να συνυπολογιστεί στην αύξηση της περιουσίας του.
Σε περίπτωση όμως που στο εν λόγω ακίνητο έγινε προσθήκη ενός επιπρόσθετου ορόφου μετά τον γάμο (ή με την προοπτική του γάμου), τότε το μέρος του ακινήτου που αφορά την προσθήκη του επιπλέον ορόφου, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της διαδικασίας περιουσιακών διαφορών των συζύγων. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται τόσο όσον αφορά κινητή ιδιοκτησία, όσο και ακίνητη όπως για παράδειγμα μετοχικό κεφάλαιο σε εταιρεία, τραπεζικές καταθέσεις κ.λπ.
Τι συμβαίνει με δωρεές και κληρονομιές;
Η ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 14(3) του Νόμου ότι στην αύξηση της περιουσία δεν υπολογίζονται στοιχεία που οι σύζυγοι απόκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία.
Επομένως, εάν ένας σύζυγος αποκτήσει ακίνητο από κληρονομιά ή δωρεά, η αξία αυτού του περιουσιακού στοιχείου εξαιρείται κατά κανόνα από τον υπολογισμό της αύξησης της περιουσίας.
Ωστόσο, κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα πραγματικά της περιστατικά και τις αποδείξεις που παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Παράδειγμα
Για παράδειγμα εάν ο υπόχρεος σύζυγος, δηλαδή αυτός εναντίον του οποίου καταχωρήθηκε η αίτηση περιουσιακών διαφορών, είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου μια κατοικία αξίας (μαζί με το οικόπεδο πάνω στο οποίο κτίστηκε) €90.000 εκ των οποίων οι €25.000 αποτελούσε την αξία του οικοπέδου που είχε δωρηθεί στον υπόχρεο σύζυγο από τον πατέρα του και άλλες €25.000 προήλθαν από την πώληση άλλων δυο τεμαχίων γης που και πάλι είχαν δωρηθεί σε αυτόν από τον πατέρα του, τότε εδώ θα θεωρηθεί ότι η αξία της αύξησης της περιουσίας ανερχόταν στο ποσό των €40.000 αφού από την τελική αξία της περιουσίας θα έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των €50,000 που αποτελεί την αξία του οικοπέδου επί του οποίου κτίστηκε η κατοικία καθώς και τα ποσά που είχαν προέλθει από την πώληση των άλλων δυο τεμαχίων.
Δεν είναι ξεκάθαρο όμως τι γίνεται από τα έσοδα από περιουσία που προήλθε από δωρεά, όπως τα ενοίκια από την ενοικίαση κατοικίας ή μερίσματα από μετοχές που δωρήθηκαν στον υπόχρεο από τους γονείς του. Λογικά αυτά δεν αποτελούν προϊόν διάθεσης, δηλαδή δωρεά της περιουσίας, αφού η δωρισθείσα περιουσία αυτή καθ’ αυτή παραμένει άθικτη.
Η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με το μερίδιο αύξησης που θα καταλογιστεί στον/στη σύζυγο που έχει υποβάλει την αίτηση, καθορίζεται στη βάση της συνεισφοράς του στην εν λόγω αύξηση. Σε περίπτωση όπου η αίτηση υποβάλλεται από σύζυγο η οποία κατά την διάρκεια του γάμου ήταν νοικοκυρά η οποία δεν είχε συνεισφέρει οικονομικά στην αύξηση, τότε υπάρχει εξ του νόμου μαχητό τεκμήριο ότι έχει συνεισφέρει στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της κατά 1/3 και θα της επιδικαστεί από το Δικαστήριο το αντίστοιχο.
Το μαχητό τεκμήριου του 1/3
Το Τεκμήριο του 1/3 καθιερώνεται από το άρθρο 14(2) του Νόμου όπου προνοείται ότι «η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη η μικρότερη συνεισφορά».
Αυτή η πρόνοια ενεργοποιείται και/ή χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις που η μαρτυρία που προσφέρεται για να υπολογιστεί επακριβώς η συνεισφορά του συζύγου δεν είναι καταληκτική όπως για παράδειγμα στην περίπτωση η φροντίδα της οικογένειας, η ψυχική τόνωση ή ηθική ενθάρρυνση του συζύγου σε δύσκολες στιγμές ή η δημιουργία αρμονικού οικογενειακού κλίματος που δεν αποτελούν συνεισφοράς που επιδέχονται αποτίμησης σε χρήμα.
Ο Νόμος επιλύει το θέμα δημιουργώντας ένα τεκμήριο. Άρα ο νομοθέτης θεωρεί ότι από τη στιγμή που υπήρχε κάποιο είδος συνεισφοράς, που δεν είναι οικονομικής φύσεως, τότε εν απουσία άλλης μαρτυρίας, αυτή η συνεισφορά είναι κατά το 1/3 της περοιουσίας που αποκτήθηκε μετά το γάμο (ή με τη προοπτική του γάμου) μέχρι τη διάσταση.
Προγαμιαία συμβόλαια (Prenuptial agreements)
Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στο κυπριακό δίκαιο δεν αναγνωρίζονται τα προγαμιαία συμβόλαια και θεωρούνται άκυρα.
Όμως οι σύζυγοι μπορούν μετά που θα επέλθει διάσταση τους, να συμφωνήσουν με ποιο τρόπο θα επιλύσουν τις περιουσιακές τους διαφορές.
Με βάση το κοινοδίκαιο, ο συμβιβασμός απαίτησης μπορεί να αποτελεί αντιπαροχή που να οδηγήσει σε έγκυρη συμφωνία με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος να συμφωνεί όπως μη προωθήσει μια αξίωση του με αντάλλαγμα της αντιπαροχής που του παρέχεται από το άλλο μέρος.
Οι συμφωνίες αυτές όμως υπόκεινται στις συνηθισμένες αρχές που διέπουν το δίκαιο των συμβάσεων. Έτσι αν η συναίνεση του ενός μέρους έχει ληφθεί ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης ή ψευδών παραστάσεων, τότε η συμφωνία δύναται να ακυρωθεί και το μέρος να δικαιούται να προωθήσει την αρχική του αξίωση.
Τέτοια συμφωνία είναι πλήρως έγκυρη και δεσμευτική και έχει την ίδια ισχύ όπως οποιαδήποτε άλλη νομικά έγκυρη συμφωνία. Σε περίπτωση παράβασης τέτοιας σύμβασης από έναν από τους δύο συζύγους, δίδει στον άλλο την δυνατότητα να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο (και όχι στο Οικογενειακό Δικαστήριο) εναντίον του.
Διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων
Σύμφωνα με τον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (Ν. 232/1991) σε περίπτωση που σύζυγος δεν έχει πλήρη γνώση των περιουσιακών στοιχείων του άλλου, τότε μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ώστε να εκδοθεί Διάταγμα αποκάλυψης των περιουσιακών του στοιχείων ως είχαν κατά τον χρόνο που επήλθε διάσταση (ή σε άλλο χρονικό σημείο όπως θα διατάξει το Δικαστήριο). Παράλειψη συμμόρφωσης με το Διάταγμα συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση.
Από τη στιγμή που θα εκδοθεί τέτοιο Διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων αυτός ο οποίος θα δώσει παραπλανητικά στοιχεία, ψεύτικα ή θα δώσει ελλιπείς πληροφορίες, τότε υπάρχει πιθανότητα να βρεθεί αντιμέτωπος με διαδικασία καταφρόνησης Δικαστηρίου.
Ουσιαστικά το εργαλείο αυτό, δηλαδή το Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάζει τον ένα σύζυγο ή και τους δύο να προβούν σε μία πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων είναι πολύ σημαντικό, ειδικά στις περιπτώσεις όπου ο άλλος σύζυγος δεν γνωρίζει καθόλου για τα περιουσιακά στοιχεία του ζευγαριού μετά το γάμο.
Ως εκ τούτου, η αίτηση αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων παρέχει ένα σημαντικό εργαλείο στην άλλη πλευρά για σκοπούς ισότητας και ισονομίας για να αποκαλύψει στην αδύνατη πλευρά τα περιουσιακά στοιχεία ένας σύζυγος.
Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης περιουσίας
Το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει επίσης την εξουσία να εκδίδει διάταγμα που να απαγορεύει την πώληση ή διάθεση ή μεταβίβαση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον ικανοποιηθεί ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας αυτής.
Χρονικός περιορισμός καταχώρησης αίτησης
Με βάση το άρθρο 15 του Νόμου η περιουσιακή αξίωση παραγράφεται 3 χρόνια μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου των συζύγων. Αν δεν πράξει, τότε το δικαίωμα αξίωσης βάσει αυτού του Νόμου παραγράφεται και δεν έχει δικαίωμα για οποιαδήποτε διεκδίκηση. Προβλέπει επίσης ότι σε περίπτωση που ο ένας σύζυγος καταχωρήσει περιουσιακή αίτηση μέσα στην προθεσμία, τότε ο άλλος σύζυγος μπορεί στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής να ανταπαιτήσει τη δική του συνεισφορά στην απόκτηση της περιουσίας του άλλου συζύγου ανεξάρτητα αν η ανταπαίτηση αυτή καταχωρείται μετά τη πάροδο της προθεσμίας των τριών ετών.
Προβλήματα στην εφαρμογή του Νόμου
Αν και ο νομοθέτης με τη θέσπιση και τις κατά καιρούς τροποποιήσεις του Νόμου, προσπαθεί να επιλύσει τα περισσότερα θέματα που προκαλούνται σε τέτοιες διαδικασίες για επίλυση περιουσιακών προβλημάτων, στη πράξη πάντα θα υπάρχουν προβλήματα τα οποία δεν προνοήθηκαν και/ή που δεν υπάρχουν στο νόμο συγκεκριμένες πρόνοιες και/ή εργαλεία για θεραπεία.
Αποξένωση ή κατασπατάληση περιουσίας από το σύζυγο κατά τη διάρκεια του γάμου
Ένας σύζυγος μπορεί κατά τη διάρκεια του γάμου να προβεί σε δωρεές περιουσίας του χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου συζύγου ή σε κατασπατάληση περιουσιακών στοιχείων ή σε άλλες ενέργειες που έχουν σαν στόχο να μειώσουν την αξία της περιουσίας του σε περίπτωση διάστασης και άρα να μειώσουν το ενδεχόμενο διεκδίκησης από τον άλλο σύζυγο με βάση το άρθρο 14.
Δυστυχώς, δεν υπάρχει κάποια ρύθμιση στον Κυπριακό Νόμο που να επιλύει τέτοια προβλήματα.
Η δυσκολία ή αδυναμία καθορισμού και υπολογισμού της αξίας της αρχικής ή τελικής περιουσίας
Πολλές φορές ο καθορισμός της αξίας της αρχικής περιουσίας είναι πολύ δύσκολος ή αδύνατος. Για παράδειγμα ένας διάδικος μπορεί να είναι επιχειρηματίας με μεγάλο αριθμό ακινήτων ή επιχειρήσεων σε διάφορες χώρες. Ακόμα και στην περίπτωση που ο διάδικος αποκαλύψει την περιουσία αυτή με βάση το άρθρο 14Α του Νόμου, και πάλι η αποτίμηση της αξίας της περιουσίας θα παραμένει ουσιαστικά αδύνατη.
Η δυσκολία απόδειξης της συνεισφοράς
Από τη στιγμή που ο νόμος συνδέει την αξίωση συμμετοχής στο απόκτημα με την απόδειξη συνεισφοράς, οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να προχωρούν στην προσκόμιση αναλυτικής μαρτυρίας για να αποδείξουν την ακριβή έκταση της συνεισφοράς αυτής. Αυτό δημιουργεί μεγάλες καθυστερήσεις και περιπλοκές στην απόδειξη τέτοιων υποθέσεων. Παράλληλα υπάρχει μεγάλη ασάφεια ως προς τον τρόπο υπολογισμού της συνεισφοράς εκεί όπου η συνεισφορά δεν είναι χρηματική, για παράδειγμα στην περίπτωση της συζύγου η οποία μένει σπίτι για να μεγαλώσει τα παιδιά.
Ποιά έγγραφα είναι συνήθως απαραίτητα;
Σε υποθέεις περιουσιακών διαφορών είναι συνήθως απαραίτητη η συλλογή στοιχείων όπως:
Τίτλοι ιδιοκτησίας,
συμβόλαια αγοραπωλησίας,
τραπεζικές καταστάσεις,
στοιχεία δανείων,
εκτιμήσεις ακινήτων,
φορολογικές δηλώσεις,
στοιχεία εισοδημάτων,
εταιρικά έγγραφα,
στοιχεία επενδύσεων,
άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν την αύξηση της περιουσίας και τη συνεισφορά των συζύγων.
Συχνές ερωτήσεις:
Αν το σπίτι είναι μόνο στο όνομα του συζύγου μου, σικαιούμαι κάτι;
Ενδεχομένως ναι. Η εγγρφή ενός ακινήτου στο όνομα μόνο του ενός συζύγου δεν αποκλείει κατ' ανάγκη περιουσιακή αξίωση, εφόσον αποδειχθεί συεισφορά στην αύξηση της περιουσίας.
Αν ήμουν νοικοκυρά ή νοικοκύρης, έχω δικαιώματα;
Ναι. Η φροντίδα της οικογένειας και των παιδιών αναγνωρίζεται από τον Νόμο ως μορφή συνεισφοράς.
Αν η περιοσία αποκτήθηκε από κληρονομιά;
Κατά ανόνα η αξία που προέρχεται από κληρονομιά ή δωρεά εξαιρείται από τον υπολογισμό της αύξησης της περιουσίας.Εάν όμως η εν λόγω περιουσία αυξήθηκε έπειτα από συμβολή του συζύγου ενδεχομένως να έχει δικαιώματα σε αυτή.
Μπορούν να ληφθούν υπόψη τραπεζικοί λογαριασμοί, μετοχές και εταιρείες;
Ναι. Κάθε μορφή κινητής ή ακίνητης περιουσίας μπορεί να ληφθεί υπόψη εφόσον συνδέεται με την α΄ξηση της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου.
Συμπέρασμα
Οι περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων αποτελούν ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα του οικογενειακού δικαίου. Κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά, το είδος της περιουσίας, τη χρονική περίοδο κατά την οποία αποκτήθηκε και κυρίως από τη δυνατότητα απόδειξης της συεισφοράς του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου.
Εάν βρίσκεστε σε διαδικασία χωρισμου ή διαζυγίου και επιθυμείτε να αξιολογήσετε κατά πόσο έχετε δικαίωμα περιουσιακής αξίωσης, είναι σημαντικό να λάβετε εξατομικευμένη νομική συμβουλή ώστε να εξεταστούν τα ιδιαίτερα δεδομένα της δικής σας περίπτωσης.

ACP LEGALS
21 Elia Papakyriakou, 7 Stars Commercial Bldg., 4th floor, 2415 Engomi, Nicosia, Cyprus
+357 99 108 929
Copyrights © 2025 by Afrodite C. Paraskeva LLC